ἐρωτοδιδάσκαλος

ἐρωτο-δῐδάσκᾰλος, , ,
A teacher of the art of love, Ath.5.219d.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερωτοδιδάσκαλος — ἐρωτοδιδάσκαλος, ὁ (Α) ο δάσκαλος τής τέχνης τού έρωτα …   Dictionary of Greek

  • ἐρωτοδιδάσκαλε — ἐρωτοδιδάσκαλος teacher of the art of love masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωτοδιδάσκαλον — ἐρωτοδιδάσκαλος teacher of the art of love masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάσκαλος — και διδάσκαλος, ο (θηλ. δασκάλα και δασκάλισσα και διδασκάλισσα, η) (AM διδάσκαλος, ο, η) 1. όποιος έχει ως επάγγελμα να διδάσκει άλλους, κυρίως τις πρώτες, απαραίτητες γνώσεις 2. αυτός που διδάσκει και προκαλεί αλλαγές («ο πόλεμος... βίαιος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.